Το Αθάνατο Ελληνικό Πάσχα, μέσα απ’ τα μάτια ενός μικρού παιδιού!

Τι κι αν αυτό το Πάσχα, θα «Μείνουμε Σπίτι»; Οι μνήμες είναι τόσες, όσες κι οι ιστορίες που μπορεί να διηγηθεί καθένας μας γι’ αυτές τις ημέρες.

Κι αν για τους κατοίκους της πόλης, το σούβλισμα… αναβάλλεται (αν και θα βρούμε ευκαιρία αργότερα, δεν μας φοβάμαι), η αναδρομή στην τελετουργία των ημερών δεν παύει να αποπνέει μια νοσταλγία. Πόσο μάλλον, όταν είναι δοσμένη μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού.

Τι θα κάναμε λοιπόν αν παίρναμε ρεπό από την καραντίνα;

Μ. Πέμπτη:

«Έλα ρε μπαμπά, τι με ξυπνάς τόσο νωρίς; Ούτε ο ήλιος δεν έχει σηκωθεί», ρωτάω μάταια τον πατέρα μου, που ψελλίζει με αυστηρό βλέμμα ένα «σήκω και ντύσου, έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας». Παραπατώντας από τη νύστα, ντύνομαι, πίνω μονορούφι ένα ποτήρι γάλα και σέρνομαι μέχρι τ’ αυτοκίνητο.

«Δεν πειράζει αγάπη μου, θα κοιμηθείς στη διαδρομή», ακούω να μου λέει γλυκά η μαμά. Αμ δε, ο μπαμπάς αποφασίζει να κάνουμε τη διαδρομή μέχρι το χωριό, ακούγοντας τα άπαντα του Καζαντζίδη! Χάθηκε ο κόσμος να έβαζε λίγο hip hop που μ’ αρέσει; Και τελοσπάντων, ποια είναι αυτή η Ζιγκουάλα, που γίνεται τόσος χαμός;

Τουλάχιστον, θα δούμε τον παππού, που πάντα δίνει καλό χαρτζιλίκι…

Μ. Παρασκευή:

Αλήθεια τώρα, τι σοι δίλλημα είναι αυτό; Φακές ή πατάτες βραστές; Φαγητό δεν θα φάμε σήμερα; Παιδάκι είμαι, δεν έχω αμαρτήματα, λέει η μαμά μου!

Βέβαια, σαν βραδιάσει, έχω να δώσω άλλη μάχη, αυτή τη φορά με τη γιαγιά μου.

«Να παίξω δυο πιστούλες ακόμα, έλα ρε γιαγιά, δεν θέλω να περπατήσω όλο το χωριό με τον Επιτάφιο. Και που πας με τόσα κεριά, θα πάρουμε φωτιά!»

Και για ακόμα μια χρονιά, δεν πιάνει η μουρμούρα μου και με σέρνει με το ζόρι σε όλο το χωριό…

Μ. Σάββατο:

Σηκώνομαι πρωί-πρωί, μήπως και προλάβω να βουτήξω κανά κουλουράκι που έφτιαξε η γιαγιά, αλλά μάταια, με παίρνει χαμπάρι με το που μπαίνω στην κουζίνα. Ούτε κουλουράκι, ούτε τσουρεκάκι τώρα, μέχρι το βράδυ. Κλαίω…

Με το που πέφτει ο ήλιος, αρχίζω να σχεδιάζω την εκδίκησή μου. Ο φίλος μου ο Μήτσος έχει πάρει μια κούτα δυναμιτάκια για το βράδυ της Ανάστασης. «Θα περάσουμε τέλεια», σκέφτομαι.

Και μετά τον… πόλεμο, βουρ για λαμπαδηδρομία – ποιος θα φέρει το φως σπίτι χωρίς να του σβήσει η λαμπάδα, για να κάνει ο μπαμπάς τον σταυρό στην πόρτα. «Μη φυσάς, εγώ θα φτάσω πρώτος», παραμιλάω.

Ωστόσο, η τιμωρία μου έρχεται αργότερα: «θα φας όλη τη μαγειρίτσα που σου έβαλα, και μετά θα ανοίξεις το σοκολατένιο αυγό σου», μου λέει θυμωμένα η μαμά. «Μα εγώ για το καλό έριξα δυο δυναμιτάκια, τι πειράζει;», ξεκίνησα να λέω, αλλά μάλλον τα κάνω χειρότερα…

Α, και μην το ξεχάσω, «Μπαμπά, γιατί τρως και πίνεις τόσο πολύ βραδιάτικα, αύριο είναι η γιορτή»…

Κυριακή του Πάσχα:

Κι αφού ξημερώσει, έχω πάντα δύο απορίες: «πόσα κουλουράκια μπορώ να φάω;» και «γιατί μυρίζει ούζο και λουκάνικο από τις 10 το πρωί;». Δηλαδή, αν μεγαλώσω θα μπορώ και εγώ να πίνω από τόσο νωρίς; Cool!

Επίσης, πάντα αναρωτιόμουν ποιος φάει αυτό το ζωάκι που γυρίζουν γύρω γύρω. Είμαστε μόνο 6, όχι 26 άνθρωποι. Βέβαια, αν πιστέψω τον παππού, που λέει ότι το κρύο αρνί είναι πιο ωραίο (σ.σ. μπλιάξ, πεθαίνω), μάλλον βλέπω φαγητό για 3 μέρες τουλάχιστον: στο φούρνο, τηγανητό και ξανά με ρύζι.

Αλλά πάλι εγώ τι φταίω, θέλω μακαρόνια και πατάτες τηγανητές, όχι αρνί για 5 μέρες. Κάποιος να με σώσει, παρακαλώ, βοήθεια!!!…


Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο που επενδύσατε να διαβάσετε την αρθρογραφία μου! Αν θέλετε να ενημερώνεστε για κάθε νέο μου άρθρο, ελάτε να συνδεθούμε στο Facebook, κάνοντας “like” την προσωπική μου σελίδα στο σύνδεσμο http://www.facebook.com/milessisgeorge ή σε οποιοδήποτε από τα άλλα κοινωνικά δίκτυα που έχω παρουσία και βρίσκονται στο τέλος (footer) της σελίδας.Σας ευχαριστώ, Γιώργος Μίλεσης.