Όταν το ψωμάκι σώζει ζωές…

Δεδομένης των επιπλοκών και της επικινδυνότητας της παχυσαρκίας (σ.σ. καρδιαγγειακά νοσήματα, υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, καρκίνος), κατά καιρούς έχουν προταθεί διάφορες δίαιτες ως λύση: μεταξύ άλλων, η αντίστοιχη φτωχή σε υδατάνθρακες και πλούσια σε πρωτεΐνη και λιπαρά.

Πόσο κρέας όμως πια; Είτε για απώλεια βάρους, είτε για κορεσμό, η «κοινή» πεποίθηση είναι ότι πρέπει να τρώμε πολύ κρέας και αντίθετα να αποφεύγουμε το… ψωμί. Πως φτάσαμε όμως εδώ; Ένας λαός που όρισε ουσιαστικά τη Μεσογειακή διατροφή (σ.σ. που είχε κρέας μια φορά την εβδομάδα), τώρα αν δεν έχει κρέας στο τραπέζι δεν… κάθεται να φάει!

Η διάσημη δίαιτα και ο αέναος πόλεμος

Άλλωστε, αν κάποιος ρωτήσει «τι είναι δίαιτα;», ποιο είναι το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό; Μα φυσικά, το (πολύ) κρέας, η δαιμονοποίηση του αμύλου/ζυμαρικών και η απεγνωσμένη μάχη με τα γλυκά και τις λιγούρες.

Προφανώς, κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα, ειδικά από τη στιγμή που μια τέτοια πρακτική χαρακτηρίζεται από διατροφικές ελλείψεις, νευρολογικές εκδηλώσεις και ενίσχυση του… πολέμου με το φαγητό (1).

«Οι δίαιτες φτωχές σε υδατάνθρακες δεν είναι ασφαλείς και θα πρέπει να αποφεύγονται»…

Κι όχι μόνο, καθώς σύμφωνα με νέα μελέτη, που παρουσιάστηκε στο ESC Congress 2018, τον περασμένο Αύγουστο, οι δίαιτες με λίγους υδατάνθρακες δεν είναι ασφαλείς και θα πρέπει να αποφεύγονται (2)! Η μακροπρόθεσμη ασφάλεια ωστόσο μιας τέτοιας δίαιτας φαίνεται πως είναι αμφίβολη, καθώς η βιβλιογραφία περιλαμβάνει διφορούμενες αναφορές για την επίδρασή της στον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, καρκίνου και θνησιμότητας. Κατ’ αυτήν, όσοι κατανάλωναν δίαιτα χαμηλή σε υδατάνθρακες διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου – λόγω αυξημένης επίπτωσης στεφανιαίας νόσου, εγκεφαλικού και καρκίνου.

Κρέας, λίπος και θνησιμότητα, ανεξαρτήτως φύλου

Η παρούσα μελέτη εξέτασε λοιπόν τη σχέση μεταξύ της δίαιτας με λίγους υδατάνθρακες, της θνησιμότητας όλων των αιτιών και των θανάτων από στεφανιαία νόσο, εγκεφαλικά επεισόδια και καρκίνο σε 24.825 συμμετέχοντες της US National Health and Nutrition Examination Survey (NHANES) μεταξύ 1999 και 2010 (2).

Σε σύγκριση με όσους κατανάλωναν τις μεγαλύτερες ποσότητες υδατανθράκων, αυτοί με τη μικρότερη πρόσληψη είχαν 32% υψηλότερο κίνδυνο θνησιμότητας όλων των αιτιών, σε βάθος 6,4 χρόνων. Επιπρόσθετα, είχαν αυξημένο ρίσκο κατά 51% για στεφανιαία νόσο, 50% για εγκεφαλικά επεισόδια και 35% για καρκίνο.

Οι διαφορές μάλιστα παρέμειναν σημαντικές μετά από προσαρμογή της στατιστικής ανάλυσης για φύλο, ποσοστό κατανάλωσης υδατανθράκων, ηλικίας (υπό και άνω των 55 ετών) και δείκτη μάζας σώματος (υπό και άνω του 30kg/m2). Φάνηκε ότι η συσχέτιση της δίαιτας χαμηλής σε υδατάνθρακες με τη θνησιμότητα όλων των αιτιών είναι πιο ισχυρή σε μη παχύσαρκα άτομα άνω των 55 ετών.

Συστηματική επιβεβαίωση

Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώθηκαν και από μια μετά-ανάλυση 7 προοπτικών μελετών με 447.506 συμμετέχοντες και μέσο όρο παρακολούθησης τα 15,6 χρόνια, που βρήκε αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας από όλες τις αιτίες, καρδιαγγειακά και καρκίνο (15%, 13% και 8% αντίστοιχα) με δίαιτα χαμηλή σε υδατάνθρακες, σε αντίθετη με την αντίστοιχη πλούσια (3).

Οι ελλείψεις κάνουν τη διαφορά!

Κάτι που θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από  τη μειωμένη πρόσληψη φυτικών ινών, φρούτων, με παράλληλη αύξηση κατανάλωσης ζωικής πρωτεΐνης, χοληστερόλης και κορεσμένου λίπους. Ως συνέπεια, η παροχή βιταμινών, μεταλλικών στοιχείων και φυτοχημικών ενεργών συστατικών μειώνεται δραματικά (4). Άλλωστε, η συστηματική και σε μεγάλες ποσότητες κατανάλωση κρέατος, ειδικά κόκκινου ή επεξεργασμένου, συνδέεται άμεσα με αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου (5).

Εργαλείο (για λίγο), όχι πανάκεια

Μια δίαιτα χαμηλή σε υδατάνθρακες μπορεί λοιπόν να είναι χρήσιμη για μικρό χρονικό διάστημα στην απώλεια βάρους, τη μείωση της αρτηριακής πίεσης και του σακχάρου στο αίμα, αλλά μακροπρόθεσμα φαίνεται πως συνδέεται με σοβαρά προβλήματα υγείας.

Όσο cliché λοιπόν και αν ακούγεται, η ισορροπημένη παροχή θρεπτικών συστατικών στο σώμα είναι ο πιο ασφαλής και μακροπρόθεσμα αποτελεσματικός τρόπος διαχείρισης του σωματικού βάρους και μείωσης του ρίσκου για συστηματικές νόσους. Κάτι, που σε καμιά περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει δαιμονοποιώντας το άμυλο και τους υδατάνθρακες!

Κι αν δεν πιστεύετε τις μελέτες, ρωτήστε τη γιαγιά αν πρέπει «να κόψετε το ψωμί». Αυτή ξέρει…

Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο που επενδύσατε να διαβάσετε την αρθρογραφία μου! Αν θέλετε να ενημερώνεστε για κάθε νέο μου άρθρο, ελάτε να συνδεθούμε στο Facebook, κάνοντας “like” την προσωπική μου σελίδα στο σύνδεσμο http://www.facebook.com/milessisgeorge ή σε οποιοδήποτε από τα άλλα κοινωνικά δίκτυα που έχω παρουσία και βρίσκονται στο τέλος (footer) της σελίδας. Σας ευχαριστώ, Γιώργος Μίλεσης.

References

  1. 1. Adam-Perrot A, Clifton P, Brouns F. Low-carbohydrate diets: nutritional and physiological aspects. Obes Rev. 2006 Feb; 7(1):49-58.
  2. 2. Banach M. Low-carbohydrate diets and all-cause and cause-specific mortality: a population-based cohort study and pooling prospective studies. ESC Congress Aug 2018; Munich, Germany; available at: https://www.escardio.org/The-ESC/Press-Office/Press-releases/Low-carbohydrate-diets-are-unsafe-and-should-be-avoided
  3. 3. Seidelmann SB, Claggett B, Cheng S, Henglin M, Shah A, Steffen LM, et al. Dietary carbohydrate intake and mortality: a prospective cohort study and meta-analysis. The Lancet Public Health 2018; 3(9): PE419-28.
  4. 4. Denke MA, Metabolic Effects of High-Protein, Low-Carbohydrate Diets. The American Journal of Cardiology 2001 July 1; 88: 59-61
  5. 5. Zhao Z, Feng Q, Yin Z, et al. Red and processed meat consumption and colorectal cancer risk: a systematic review and meta-analysis. Oncotarget. 2017; 8(47):83306-14.