“Αν δεν βάλω τηλεόραση, δεν μπορώ να κοιμηθώ…»

Αν η (πολύ) ζέστη με την αϋπνία πάνε… πακέτο, η τελευταία στροφή του καιρού έβαλε σίγουρα αρκετό κόσμο σε μπελάδες.

Κι αν όντως δεν μας παίρνει ο ύπνος, η τηλεόραση είναι από τα πρώτα πράγματα που δοκιμάζουμε για να νυστάξουμε (επιτέλους). Πόσο καλή ιδέα είναι όμως;

Βοηθάει όντως να κοιμηθούμε – και να ξυπνήσουμε ξεκούραστοι – ή εν τέλει δημιουργεί περισσότερα προβλήματα απ’ όσα υπόσχεται να λύσει;

*****

Ο ύπνος με τηλεόραση ή φως στο δωμάτιο μπορεί να αποτελεί έναν παράγοντα κινδύνου για αύξηση βάρους ή εκδήλωση παχυσαρκίας, σύμφωνα με ερευνητές του National Institute of Health. Η μελέτη δημοσιεύθηκε αυτόν τον Ιούνιο στο online περιοδικό JAMA Internal Medicine.

Φως, φωτάκι ή τηλεόραση;

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από ερωτηματολόγια 43.722 γυναικών, που συμμετείχαν στη Sister Study – μια προγνωστική μελέτη των παραγόντων κινδύνου για καρκίνο μαστού και άλλες νόσους. Οι συμμετέχουσες, ηλικίας 35-74 ετών, δεν είχαν ιστορικό καρκίνου ή καρδιαγγειακής νόσου, ενώ δεν εργαζόντουσαν σε κυλιόμενα ωράρια, δεν κοιμόνταν κατά τη μέρα ή ήταν έγκυες, στην αρχή της μελέτης. Το ερωτηματολόγιο της μελέτης  αφορούσε την ύπαρξη ή απουσία  φωτός και τηλεόρασης στο υπνοδωμάτιο, ενώ κοιμόνταν.

Χρησιμοποιήθηκαν ανθρωπομετρικά στοιχεία (βάρος, ύψος, λόγος μέσης/ γοφών, δείκτης μάζας σώματος) και αυτοαναφορικά στοιχεία για να συσχετιστεί η επίδραση των συνθηκών ύπνου με τη διακύμανση του βάρους, στη διάρκεια του πενταετούς follow up.

Η τηλεόραση παχαίνει, ακόμα και στον ύπνο!

Τα αποτελέσματα κυμαίνονταν ανάλογα με το βαθμό νυχτερινής έκθεσης στο τεχνητό φως. Για παράδειγμα, η χρήση ενός μικρού νυχτερινού φωτός δεν συσχετίστηκε με αύξηση βάρους, ενώ οι γυναίκες που κοιμόντουσαν σε με φως ή τηλεόραση είχαν 17% περισσότερες πιθανότητες να πάρουν 5 κιλά βάρους σε 5 χρόνια. Η παρουσία φωτός έξω από το δωμάτιο είχε μέτρια επίδραση.

Μήπως η εξήγηση είναι η ανεπαρκής ξεκούραση; Ο κακός ύπνος, από μόνος του, αν και συνδέεται με αύξηση βάρους και παχυσαρκία, δεν εξήγησε όμως τη σχέση νυκτερινού φωτός και αύξησης βάρους, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας.

Ο βιολογικός μας κύκλος σ’ ένα διαμέρισμα…

Βέβαια, μια διαφοροποίηση που πρέπει λάβουμε υπόψιν, είναι ο τόπος διαμονής: όσοι ζουν στην πόλη, έχουν συχνά φως τριγύρω (από το δρόμο) το βράδυ ή/ και φωτεινές πινακίδες. Τα φώτα αυτά, μπορούν να αναστείλουν την παραγωγή της ορμόνης μελατονίνης, που σχετίζεται με τον ύπνο, ενώ διαταράζουν τον κιρκαδιανό βιολογικό  κύκλο του σώματος.

Πως γίνεται κάτι τέτοιο; Ξέρουμε ότι είμαστε γενετικά προσαρμοσμένοι σε ένα περιβάλλον με φως την ημέρα και σκοτάδι τη νύχτα.  Επόμενο είναι η έκθεση σε τεχνητό φως τη νύχτα να μπορεί να μεταβάλλει την παραγωγή ορμονών, αλλά και να διαφοροποιήσει άλλες βιολογικές διεργασίες με τρόπο που να ευνοεί την εκδήλωση π.χ. παχυσαρκίας.

Αφετέρου πιθανοί συγχυτικοί παράγοντες όπως  η ηλικία, η παρουσία γηραιότερου συζύγου ή παιδιών στο σπίτι, η φυλή, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, οι προσλαμβανόμενες θερμίδες ανά ημέρα και η φυσική δραστηριότητα, δεν φάνηκαν να σχετίζονται  με την έκθεση σε φως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Βέβαια, η μελέτη δεν συμπεριέλαβε άντρες στα αποτελέσματα.

Η μέρα ξεκινά τα… μεσάνυχτα!

Αν θεωρήσουμε λοιπόν ότι η ημέρα μας ξεκινά από την ώρα που θα ξαπλώσουμε για ύπνο, είναι κρίσιμο να εξασφαλίσουμε ικανοποιητικές συνθήκες ύπνου και επαρκή ξεκούραση. Αποδεικνύεται ότι είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για να διαχειριστούμε το οργανικό (μη ψυχολογικό) κομμάτι όρεξης κι αναζήτησης τροφής.


Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο που επενδύσατε να διαβάσετε την αρθρογραφία μου! Αν θέλετε να ενημερώνεστε για κάθε νέο μου άρθρο, ελάτε να συνδεθούμε στο Facebook, κάνοντας “like” την προσωπική μου σελίδα στο σύνδεσμο http://www.facebook.com/milessisgeorge ή σε οποιοδήποτε από τα άλλα κοινωνικά δίκτυα που έχω παρουσία και βρίσκονται στο τέλος (footer) της σελίδαςΣας ευχαριστώ, Γιώργος Μίλεσης

References

Park YMP, White AJ, Jackson CL, Weinberg CR, and DP Sandler. Association of Exposure to Artificial Light at Night While Sleeping With Risk of Obesity in Women.  JAMA Internal Medicine, 2019; DOI: 10.1001/jamainternmed.2019.0571